τριχιά

τριχιά
η
1) верёвка; 2) сито (употребляемое металлургами)

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать реферат

Смотреть что такое "τριχιά" в других словарях:

  • τριχία — τριχίᾱ , τριχία rope fem nom/voc/acc dual τριχίᾱ , τριχία rope fem nom/voc sg (attic doric aeolic) τριχίᾱ , τριχίας one that is hairy masc nom/voc/acc dual τριχίας one that is hairy masc voc sg τριχίᾱ , τριχίας one that is hairy masc voc sg… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τριχιά — η 1.τρίχινο σκοινί. 2. κάθε σκοινί: Στη διελκυστίνδα τραβάνε τριχιά. 3. τρίχινο νήμα που χρησιμοποιούν αυτοί που ράβουν δέρματα. 4. τρίχινο κόσκινο των μεταλλουργών, η σήτα, η σαλαγκιά. 5. σύνεργο για ψάρεμα από λεπτό νήμα με βαρίδι και αγκίστρι… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • τριχία — ἡ, Α τριχιά. [ΕΤΥΜΟΛ. < θρίξ, τριχός + κατάλ. ία] …   Dictionary of Greek

  • τριχιά — η, Ν 1. σχοινί από συνεστραμμένες τρίχες αλόγων ή κατσικιών 2. (γενικά) χονδρό σχοινί 3. τρίχινο νήμα τών υποδηματοποιών 4. το τρίχινο κόσκινο τών μεταλλουργών 5. η καθετή τών ψαράδων 6. κρησάρα, σήτα 7. φρ. «κάνω την τρίχα τριχιά» υπερβάλλω.… …   Dictionary of Greek

  • τρίχια — τρίχιον neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τριχίας — τριχίᾱς , τριχία rope fem acc pl τριχίᾱς , τριχία rope fem gen sg (attic doric aeolic) τριχίᾱς , τριχίας one that is hairy masc acc pl τριχίᾱς , τριχίας one that is hairy masc nom sg (attic epic doric aeolic) τριχίᾱς , τριχιάω suffer from… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τριχίαν — τριχίᾱν , τριχία rope fem acc sg (attic doric aeolic) τριχίᾱν , τριχίας one that is hairy masc acc sg (attic epic doric aeolic) τριχίας one that is hairy masc acc sg τριχίᾱν , τριχιάω suffer from imperf ind act 3rd pl (doric aeolic) τριχίᾱν …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τριχίαι — τριχίᾱͅ , τριχία rope fem dat sg (attic doric aeolic) τριχίας one that is hairy masc nom/voc pl τριχίᾱͅ , τριχίας one that is hairy masc dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τριχιᾶν — τριχία rope fem gen pl (doric aeolic) τριχίας one that is hairy masc gen pl (doric aeolic) τριχιάω suffer from pres part act masc voc sg (doric aeolic) τριχιάω suffer from pres part act neut nom/voc/acc sg (doric aeolic) τριχιάω suffer from pres… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τριχιάσηται — τριχιά̱σηται , τριχιάω suffer from aor subj mid 3rd sg (attic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τριχιῶν — τριχία rope fem gen pl τριχίας one that is hairy masc gen pl τριχιάω suffer from pres part act masc voc sg τριχιάω suffer from pres part act neut nom/voc/acc sg τριχιάω suffer from pres part act masc nom sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»